+1.70 282 75 340 info@psalmoi.gr

ΨΑΛΜΟΣ 12 (13) – ΩΣ ΠΟΤΕ, ΚΥΡΙΕ;

Κάθισμα 2

1 Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

2 Ἕως πότε, Κύριε, ἐπιλήσῃ μου εἰς τέλος; ἕως πότε ἀποστρέψεις τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ;

3 ἕως τίνος θήσομαι βουλὰς ἐν ψυχῇ μου, ὀδύνας ἐν καρδίᾳ μου ἡμέρας καὶ νυκτός; ἕως πότε ὑψωθήσεται ὁ ἐχθρός μου ἐπ᾿ ἐμέ;

4 ἐπίβλεψον, εἰσάκουσόν μου, Κύριε ὁ Θεός μου· φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον,

5 μήποτε εἴπῃ ὁ ἐχθρός μου· ἴσχυσα πρὸς αὐτόν· οἱ θλίβοντές με ἀγαλλιάσονται, ἐὰν σαλευθῶ.

6 ἐγὼ δὲ ἐπὶ τῷ ἐλέει σου ἤλπισα, ἀγαλλιάσεται ἡ καρδία μου ἐπὶ τῷ σωτηρίῳ σου· ᾄσω τῷ Κυρίῳ τῷ εὐεργετήσαντί με καὶ ψαλῶ τῷ ὀνόματι Κυρίου τοῦ Ὑψίστου.

Ερμηνείες Ψαλμού

α1 Μιά προσευχή γιά βοήθεια ἀπό τόν Θεό.
α2 Κατά τῆς ἐγκατάλειψης.
β Ὅταν διαρκῆ ἡ ἐπιβουλή ἐναντίον σου, μή λιποψυχεῖς, δέν σέ λησμόνησε ὁ Θεός.
γ Γι’ αὐτούς πού πάσχουν ἀπό τό συκώτι.
στ Ὅταν ἡ ψυχή διακατέχεται ἀπό τήν ἀπελπισία.
θ “Ἐν καταστάσει βαθυμίας, θλίψεως, κατηφείας, μελαγχολίας.

Μετάφραση – Ερμηνεία

1 Στον πρωτοψάλτη. Ψαλμός του Δαβίδ.

2 Εως πότε, Κυριε, θα με λησμονής εντελώς; Εως πότε θα αποστρέφης, σα να αδιαφορής δια την θλίψιν μου, το πρόσωπόν σου από εμέ;
2 Ως πότε, Κύριε, θα μ’ έχεις αποξεχασμένον; ως πότε θα ‘σαι αδιάφορος για μένα;

3 Εως πότε, Κυριε, θα καταρτίζω μέσα μου σχέδια λυτρώσεώς μου από τους εχθρούς μου, και όμως θα δοκιμάζη ημέραν και νύκτα η καρδία μου οδύνας, διότι θα βλέπη αυτά να ναυαγούν, ώστε να μένω έτσι εκτεθειμένος εις κινδύνους; Εως πότε θα υψώνεται απειλητικός και θα θριαμβεύη εναντίον μου ο εχθρός;
3 Ως πότε θα ‘χω έγνοιες στην ψυχή μου, θλίψεις μες στην καρδιά μου καθημερνά; ως πότε θα θριαμβεύει ο εχθρός μου εναντίον μου;

4 Ρίψε ένα βλέμμα συμπαθείας προς εμέ, και άκουσε την προσευχήν μου Κυριε, ο Θεός μου. Αναζωογόνησε το φως των οφθαλμών μου, το οποίον από το βάρος των μεγάλων και πολυαρίθμων θλίψεων πρόκειται να σβήση. Μη επιτρέψης να κλείσουν οριστικώς τα μάτια μου και κοιμηθώ τον ύπνον του θανάτου·
4 Ρίξε το βλέμμα σου σ’ εμένα κι αποκρίσου μου, Κύριε και Θεέ μου, κραταίωσέ με για να μην αποκοιμηθώ τον ύπνο του θανάτου,

5 δια να μη είπη με πολλήν χαιρεκακίαν ο εχθρός μου· “υπερίσχυσα εναντίον του και τον ενίκησα”. Οι εχθροί μου, που με θλίβουν, θα χαρούν πάρα πολύ, εάν κλονισθώ και πέσω.
5 για να μην πουν οι εχθροί μου, «τον νικήσαμε», κι οι αντίπαλοί μου χαρούνε που κλονίστηκα.

6 Εγώ όμως έχω στηρίξει την ελπίδα μου εις σέ. Η καρδία μου θα αισθανθή απερίγραπτον χαράν, όταν συ ευδοκήσης και μου στείλης την ποθητήν σωτηρίαν. Τοτε εγώ θα τραγουδώ ύμνους ευχαριστίας προς σε τον ευεργέτην και Κυριον μου, και θα συνθέσω ύμνους δοξολογίας εις δόξαν του ονόματος Κυρίου του Υψίστου.
6 Αλλά εγώ στην ευσπλαχνία σου εμπιστεύομαι· για τη βοήθειά σου θ’ αγάλλεται η καρδιά μου· θα υμνολογώ τον Κύριο για όσα μου ‘χει κάνει.

Pin It on Pinterest

Share This