ΨΑΛΜΟΣ 31 – Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΕΚΕΙΝΟΥ ΠΟΥ ΕΛΑΒΕ ΑΦΕΣΗ

Κάθισμα 4

Τῷ Δαυΐδ· συνέσεως.

1 Μακάριοι ὧν ἀφέθησαν αἱ ἀνομίαι καὶ ὧν ἐπεκαλύφθησαν αἱ ἁμαρτίαι·

2 μακάριος ἀνήρ, ᾧ οὐ μὴ λογίσηται Κύριος ἁμαρτίαν, οὐδέ ἐστιν ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ δόλος.

3 ὅτι ἐσίγησα, ἐπαλαιώθη τὰ ὀστᾶ μου ἀπὸ τοῦ κράζειν με ὅλην τὴν ἡμέραν·

4 ὅτι ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἐβαρύνθη ἐπ᾿ ἐμὲ ἡ χείρ σου, ἐστράφην εἰς ταλαιπωρίαν ἐν τῷ ἐμπαγῆναί μοι ἄκανθαν. (διάψαλμα).

5 τὴν ἁμαρτίαν μου ἐγνώρισα καὶ τὴν ἀνομίαν μου οὐκ ἐκάλυψα· εἶπα· ἐξαγορεύσω κατ᾿ ἐμοῦ τὴν ἀνομίαν μου τῷ Κυρίῳ· καὶ σὺ ἀφῆκας τὴν ἀσέβειαν τῆς καρδίας μου. (διάψαλμα).

6 ὑπὲρ ταύτης προσεύξεται πρὸς σὲ πᾶς ὅσιος ἐν καιρῷ εὐθέτῳ· πλὴν ἐν κατακλυσμῷ ὑδάτων πολλῶν πρὸς αὐτὸν οὐκ ἐγγιοῦσι.

7 σύ μου εἶ καταφυγὴ ἀπὸ θλίψεως τῆς περιεχούσης με· τὸ ἀγαλλίαμά μου, λύτρωσαί με ἀπὸ τῶν κυκλωσάντων με. (διάψαλμα).

8 συνετιῶ σε καὶ συμβιβῶ σε ἐν ὁδῷ ταύτῃ, ᾗ πορεύσῃ, ἐπιστηριῶ ἐπὶ σὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου.

9 μὴ γίνεσθε ὡς ἵππος καὶ ἡμίονος, οἷς οὐκ ἔστι σύνεσις, ἐν κημῷ καὶ χαλινῷ τὰς σιαγόνας αὐτῶν ἄγξαις τῶν μὴ ἐγγιζόντων πρὸς σέ.

10 πολλαὶ αἱ μάστιγες τοῦ ἁμαρτωλοῦ, τὸν δὲ ἐλπίζοντα ἐπὶ Κύριον ἔλεος κυκλώσει.

11 εὐφράνθητε ἐπὶ Κύριον καὶ ἀγαλλιᾶσθε, δίκαιοι, καὶ καυχᾶσθε, πάντες οἱ εὐθεῖς τῇ καρδίᾳ.

Ερμηνείες Ψαλμού

α1 Γιά νά ἐπιστρέψουν τά ἄσωτα παιδιά στό σπίτι τους.
Γιά νά δῆ κάποιος μέ καθαρά μάτια τήν ἀλήθεια.
α2 Δοκιμασία καί ἐμπιστοσύνη.
β Γιά μακαρισμό.
Νά θαυμάζης τήν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ.
γ Γιά νά βροῦν οἱ ὁδοιπόροι τόν δρόμο ὅταν χαθοῦν καί νά μήν ταλαιπωροῦνται.
ε “Ἁρμόδιος μετά ἀπό ἁμαρτήματα, πεσών εἰς διαφόρους λογισμούς καί πειρασμούς”.
στ Προσευχή μετανοίας.
Πρίν τήν ἱερή ἐξομολόγηση.
(Καί ὡς βραδυνή καθ’ ἑκάστην ἡμέραν).
θ “Ἐν καταστἀσει μετανοίας περί πραχθεισῶν ἁμαρτιῶν”.
“Χαρακτῆρες καί ἰδιώματα τῶν ἀγαθῶν καί τῶν κακῶν ἀνθρώπων καί περί τῆς εὐτυχίας καί δυστυχίας αὐτῶν.

Μετάφραση – Ερμηνεία

Τῷ Δαυΐδ· συνέσεως.

1 Τρισευτυχισμένοι είναι εκείνοι, των οποίων έχουν συγχωρηθή από τον Θεόν αι ανομίαι και έχουν σκεπασθή, ώστε να μη φαίνωνται καθόλου, αι αμαρτίαι.
1 Του Δαβίδ· Μασχίλ. Μακάριος είν’ εκείνος που του αφέθηκε αμέλειας παραστράτημα, του συγχωρήθηκε αμαρτία συνειδητή.

2 Μακάριος είναι ο άνθρωπος εκείνος, στον οποίον ο Κυριος δεν θα καταλογίση αμαρτίαν, δια να του ζητήση ευθύνας και ούτε υπάρχει στο στόμα του δόλος και υποκρισία, αλλά μόνον ειλικρίνεια και ευθύτης.
2 Μακάριος ο άνθρωπος, όταν δεν του καταλογίζει ο Κύριος αμάρτημα· κι είναι ανύπαρκτος στο πνεύμα του ο δόλος.

3 Εγώ όμως, διότι δεν μετενόησα ειλικρινώς, αλλά απεσιώπησα την αμαρτίαν μου, δι’ αυτό επάληωσαν και αδυνάτισαν τα οστά μου· περιέπεσα εις ατονίαν, όταν έκραζα στενάζων και οδυρυμένος όλην την ημέραν.
3 Κύριε, όταν σώπασα, φθάρηκαν τα οστά μου από τον ολοήμερο αναστεναγμό.

4 Ημέραν και νύκτα βαρεία έπεσεν επάνω μου η τιμωρός δεξιά σου, Κυριε. Εβυθίσθην ολόκληρος εις πόνον και ταλαιπωρίαν, διότι σαν αιχμηρά και οδυνηρά άκανθα ενεπήχθη εις εμέ η αμαρτία και η ενόχη μου.
4 Γιατί μέρα και νύχτα έπεσε βαριά η τιμωρία σου σ’ εμένα· σαν το χωράφι έγινα το άνυδρο στου καλοκαιριού τη θέρμη. (Διάψαλμα)

5 Αλλά μετενόησα. Εξωμολογήθην στον Κυριον την αμαρτίαν μου. Την έκαμα εις αυτόν γνωστήν και δεν συνεκάλυψα πλέον ούτε απέκρυψα την ανομίαν μου. Είπα με όλη μου την καρδία· Θα εξομολογηθώ με ειλικρίνειαν την ανομίαν μου στον Κυριον, και θα κατηγορήσω δι’ αυτήν τον εαυτόν μου. Τοτε αμέσως συ, Κυριε, συνεχώρησες την ασέβειαν και εξήλειψες την ενοχήν της καρδίας μου.
5 Την αμαρτία μου σου γνώρισα, δεν έκρυψα την ενοχή μου. «Στον Κύριο» σκέφτηκα, «θα εξομολογηθώ τα παραπτώματά μου». κι εσύ εξάλειψες την ενοχή της αμαρτίας μου. (Διάψαλμα).

6 Ακριβώς διότι συ τόσον έλεος δεικνύεις απέναντί μας, δι’ αυτό θα προσευχηθή προς σε κάθε ευσεβής και όσιος στον πρέποντα καιρόν. Και όταν ως άλλος κατακλυσμός υδάτων συμφοραί και πειρασμοί επιπέσουν γύρω του, αυτός με την ιδικήν σου συμπαράστασιν θα προστατευθή από αυτάς, ώστε να μη τον εγγίσουν καν.
6 Για τούτο, ας προσεύχεται κάθε ευσεβής σ’ εσένα, στις δύσκολες στιγμές. Σαν γίνει ο κατακλυσμός, κοντά του δε θα φτάσει.

7 Συ είσαι η καταφυγή μου και η παρηγορία μου στον καιρόν της θλίψεως, που με στενοχωρεί. Συ είσαι η αγαλλίασις και η χαρά της ψυχής μου. Γλύτωσέ με από τους πειρασμούς και τους κινδύνους, που με έχουν περικυκλώσει.
7 Εσύ είσαι, Κύριε, ο κρυψώνας μου, με προστατεύεις απ’ τη θλίψη και τη γυρίζεις σε αλαλαγμούς χαράς. (Διάψαλμα)

8 Ακούω να απαντάς εις εμέ, Κυριε, και να μου λέγης· Θα σε φωτίζω και θα σε καθοδηγώ στον δρόμον, που πρέπει να βαδίζης. Θα στηρίζω ευμενώς εις σε τους οφθαλμούς μου.
8 Μου λες: «Σύνεση θα σου δώσω, θα σου διδάξω την οδό που πρέπει να βαδίζεις· θα σε ορμηνεύω, η προσοχή μου θα ‘ναι πάνω σου.

9 Λοιπόν, σεις οι άνθρωποι με γίνεσθε όμοιοι με τον ίππον και τον ημίονον, στους οποίους δεν υπάρχει καθόλου σύνεσις. Και όπως με σιδερένιο φίμωτρο και χαλινάρι συσφίγγονται αι σιαγόνες των αγρίων αυτών ζώων, ετσι και συ, Κυριε, ας σφίξης με το χαλινάρι των θλίψεων και με τας πολλάς τιμωρίας ας περιορίσης τους αμαρτωλούς, οι οποίοι μένουν αμετανόητοι και δεν θέλουν να πλησιάσουν προς σέ.
9 Μη γίνεσαι σαν άλογο και σαν μουλάρι ασύνετος, που χαλινάρι και χαλκά χρειάζονται για να μπορέσουν να ‘ρθουνε κοντά σου».

10 Πολλαί είναι αι συμφοραί και αι μάστιγες των αμαρτωλών· τον ελπίζοντα όμως στον Κυριον θα περικυκλώση και θα περιφρουρήση το θείον έλεος.
10 Πολλά του ασεβή τα μαστιγώματα, μα κείνον που στον Κύριο ελπίζει η αγάπη του τον περιζώνει.

11 Σεις, λοιπόν, οι πιστοί και δίκαιοι γεμίσατε από χαράν, πλημμυρίσατε από αγαλλιασιν εν Κυρίω, και τον Κυριον να έχετε καύχημα σας όλοι, όσοι έχετε ευθείαν και ειλικρινη την καρδίαν.
11 Χαρείτε για τον Κύριο, δίκαιοι, κι ευφρανθείτε· κι όλοι εσείς οι άδολοι φωνάξτε από χαρά!

Εγγραφείτε για Ειδοποιήσεις!

Εγγραφείτε στη λίστα αλληλογραφίας μας για να λαμβάνετε τα τελευταία νέα και ενημερώσεις από την ομάδα μας

Επιτυχής Εγγραφή!

Pin It on Pinterest

Share This