ΨΑΛΜΟΣ 35 – ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ, ΚΥΡΙΕ, Η ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Κάθισμα 5

1 Εἰς τὸ τέλος· τῷ δούλῳ Κυρίου τῷ Δαυΐδ.

2 Φησὶν ὁ παράνομος τοῦ ἁμαρτάνειν ἐν ἑαυτῷ, οὐκ ἔστι φόβος Θεοῦ ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ·

3 ὅτι ἐδόλωσεν ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ εὑρεῖν τὴν ἀνομίαν αὐτοῦ καὶ μισῆσαι.

4 τὰ ῥήματα τοῦ στόματος αὐτοῦ ἀνομία καὶ δόλος, οὐκ ἠβουλήθη συνιέναι τοῦ ἀγαθῦναι·

5 ἀνομίαν διελογίσατο ἐπὶ τῆς κοίτης αὐτοῦ, παρέστη πάσῃ ὁδῷ οὐκ ἀγαθῇ, κακίᾳ δὲ οὐ προσώχθισε.

6 Κύριε, ἐν τῷ οὐρανῷ τὸ ἔλεός σου, καὶ ἡ ἀλήθειά σου ἕως τῶν νεφελῶν·

7 ἡ δικαιοσύνη σου ὡς ὄρη Θεοῦ, τὰ κρίματά σου ἄβυσσος πολλή· ἀνθρώπους καὶ κτήνη σώσεις, Κύριε.

8 ὡς ἐπλήθυνας τὸ ἔλεός σου, ὁ Θεός· οἱ δὲ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων ἐν σκέπῃ τῶν πτερύγων σου ἐλπιοῦσι.

9 μεθυσθήσονται ἀπὸ πιότητος οἴκου σου, καὶ τὸν χειμάῤῥουν τῆς τρυφῆς σου ποτιεῖς αὐτούς·

10 ὅτι παρὰ σοὶ πηγὴ ζωῆς, ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς.

11 παράτεινον τὸ ἔλεός σου τοῖς γινώσκουσί σε καὶ τὴν δικαιοσύνην σου τοῖς εὐθέσι τῇ καρδίᾳ.

12 μὴ ἐλθέτω μοι ποὺς ὑπερηφανίας, καὶ χεὶρ ἁμαρτωλοῦ μὴ σαλεύσαι με.

13 ἐκεῖ ἔπεσον πάντες οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν, ἐξώσθησαν καὶ οὐ μὴ δύνωνται στῆναι.

Ερμηνείες Ψαλμού

α1 Προσευχή στόν Θεό γιά νά ὑπερασπιστῆ τό δίκαιο.
α2 Ὑπέρ τῶν ἄδικα διωχθέντων γιά νά λάμψη ἡ ἀλήθεια.
β Οἱ παράνομοι εἶναι οἱ αἴτιοι τῆς ἁμαρτωλότητός των.
γ Γιά νά ἐξαλειφθῆ τελείως ἡ ἔχθρα μετά ἀπό μαλώματα καί παρεξηγήσεις.
θ “Πρός δοξολογίαν καί ἐν γένει πρός λατρείαν τοῦ Θεοῦ ἐν οἷς ἐκτίθενται αἱ τοῦ Θεοῦ ἰδιότητες.Ἡ ἀγαθότης καί τό ἔλεός Του”.
“Χαρακτῆρες καί ἰδιώματα τῶν ἀγαθῶν καί τῶν κακῶν ἀνθρώπων καί περί τῆς εὐτυχίας καί δυστυχίας αὐτῶν”.

Μετάφραση – Ερμηνεία

1 –
1 Στον πρωτοψάλτη· ψαλμός του Δαβίδ, δούλου του Κυρίου.

2 Λέγει από μέσα του ο παράνομος, που έχει πάρει πλέον την απόφασιν να αμαρτάνη· Δεν υπάρχει φόβος Θεού ενώπιόν του. Δεν φοβείται την δικαίαν κρίσιν του Θεού.
2 Η παρανομία του ασεβή βαθιά είναι στην καρδιά του· φόβος Θεού σ’ εκείνον δεν υπάρχει.

3 Διέστρεψε δολίως και εθόλωσε τα πάντα ενώπιόν του, ώστε δεν είναι δυνατόν πλέον να διακρίνη αυτός την αμαρτίαν και να την αποστραφή με αποτροπιασμόν.
3 Και τόσο αυτοθαυμάζεται ώστε το κρίμα του δε βλέπει για να το αποστραφεί.

4 Οι λόγοι, οι οποίοι βγαίνουν από το στόμα του, είναι παρανομία και δολιότης. Δεν ηθέλησε να συνέλθη, να συνετισθή και να πράξη κάτι το αγαθόν.
4 Τα λόγια του στο στόμα του είν’ ανομία και δόλος· έπαψε να ‘χει επίγνωση και το καλό να κάνει.

5 Και κατά την νύκτα ακόμη, που ευρίσκεται επάνω εις την κλίνην του, εσκέπτετο παρανομίας. Εις κάθε κακόν δρόμον ήτο παρών. Ουδέποτε απετροπιάσθη και εμίσησε το κακόν.
5 Όταν πλαγιάζει, την ανομία σκέφτεται· ακολουθεί ένα δρόμο που δεν είν’ ο σωστός, και το κακό δεν το απορρίπτει.

6 Κυριε, μέχρι του ουρανού απλώνεται το μέγα έλεός σου και η αλήθεια των λόγων σου και η αξιοπιστία των υποσχέσεών σου φθάνει έως τα νέφη του ουρανού.
6 Κύριε, ως τους ουρανούς η αγάπη σου· η αλήθεια σου ως τα σύννεφα.

7 Η δικαιοσύνη σου είναι ασάλευτος και αιωνία, όπως τα όρη του Θεού. Αι κρίσεις σου και αι δίκαιαι αποφάσεις σου είναι ανεξερεύνητοι, όπως τα βάθη των ωκεανών. Συ, Κυριε, σώζεις ανθρώπους και ζώα.
7 Η δικαιοσύνη σου σαν τα ψηλά βουνά κι η δίκαιη κρίση σου σαν άβυσσος μεγάλη· ανθρώπους σώζεις, Κύριε, και ζώα.

8 Ποσον μέγα, συνεχές και ακατάληπτον έδειξες τα έλεός σου, Θεέ μου! Ολοι οι άνθρωποι έχουν τας ελπίδας των εις την σκέπην των πτερύγων σου.
8 Πόσο πολύτιμη η αγάπη σου, Θεέ! Οι άνθρωποι καταφεύγουν στον ίσκιο απ’ τις φτερούγες σου.

9 Θα χορτάσουν αυτοί και θα μεθύσουν από την πλουσιωτάτην τράπεζαν των αγαθών του οίκου σου. Θα τους ποτίσης με την απερίγραπτον τρυφήν των πνευματικών σου απολαύσεων, αι οποίαι ρέουν πλούσιοι ως άλλος χείμαρρος.
9 Χορταίνουν απ’ τον πλούτο του σπιτιού σου κι απ’ το ποτάμι τούς ποτίζεις της ευδαιμονίας σου.

10 Διότι συ είσαι η πηγή της ζωής και με το ιδικόν σου φως θα ίδωμεν το αληθινόν φως.
10 Γιατί εσύ ‘σαι της ζωής το κεφαλόβρυσο· βλέπουμε φως από το φως σου.

11 Απλωσε και εξακολούθει να παρέχης πάντοτε πλούσιον το έλεός σου εις όλους, όσοι σε γνωρίζουν. Δώσε την δικαιοσύνην σου στους ανθρώπους, τους ευθείς και ειλικρινείς κατά την καρδίαν.
11 Μην πάψεις να σκορπίζεις το έλεός σου σ’ αυτούς που σε γνωρίζουν· και τη δικαιοσύνη σου στις έντιμες καρδιές.

12 Εις εμέ δε ας μη πέση επάνω μου το πόδι του υπερηφάνου, δια να μη με καταπατήση, και το χέρι του αμαρτωλού ας μη με συγκλονίση και με διώξη.
12 Πόδι αλαζόνα ας μη με καταπατήσει, κι ας μη με καταδιώξει χέρι ασεβών.

13 Ιδού, εκεί κατεκρημνίσθησαν όλοι όσοι εργάζονται την ανομίαν. Απωθήθησαν και εξεδιώχθησαν, ώστε να μη μπορούν πλέον να σταθούν όρθιοι εις τα πόδια των.
13 Δείτε πού πέσαν όσοι στο κακό δουλεύαν· καταγκρεμίστηκαν και δεν μπορούν να σηκωθούν.

Εγγραφείτε για Ειδοποιήσεις!

Εγγραφείτε στη λίστα αλληλογραφίας μας για να λαμβάνετε τα τελευταία νέα και ενημερώσεις από την ομάδα μας

Επιτυχής Εγγραφή!

Pin It on Pinterest

Share This