ΨΑΛΜΟΣ 37 – ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΑΡΡΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΑ ΣΦΑΛΜΑΤΑ ΤΟΥ

Κάθισμα 6

1 Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ· εἰς ἀνάμνησιν περὶ τοῦ σαββάτου.

2 Κύριε, μὴ τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με, μηδὲ τῇ ὀργῇ σου παιδεύσῃς με.

3 ὅτι τὰ βέλη σου ἐνεπάγησάν μοι, καὶ ἐπεστήριξας ἐπ᾿ ἐμὲ τὴν χεῖρά σου·

4 οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου ἀπὸ προσώπου τῆς ὀργῆς σου, οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου ἀπὸ προσώπου τῶν ἁμαρτιῶν μου.

5 ὅτι αἱ ἀνομίαι μου ὑπερῇραν τὴν κεφαλήν μου, ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ᾿ ἐμέ.

6 προσώζεσαν καὶ ἐσάπησαν οἱ μώλωπές μου ἀπὸ προσώπου τῆς ἀφροσύνης μου·

7 ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους, ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην.

8 ὅτι αἱ ψόαι μου ἐπλήσθησαν ἐμπαιγμάτων, καὶ οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου·

9 ἐκακώθην καὶ ἐταπεινώθην ἕως σφόδρα, ὠρυόμην ἀπὸ στεναγμοῦ τῆς καρδίας μου.

10 Κύριε, ἐναντίον σου πᾶσα ἡ ἐπιθυμία μου, καὶ ὁ στεναγμός μου ἀπὸ σοῦ οὐκ ἀπεκρύβη.

11 ἡ καρδία μου ἐταράχθη, ἐγκατέλιπέ με ἡ ἰσχύς μου, καὶ τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, καὶ αὐτὸ οὐκ ἔστι μετ᾿ ἐμοῦ.

12 οἱ φίλοι μου καὶ οἱ πλησίον μου ἐξ ἐναντίας μου ἤγγισαν καὶ ἔστησαν, καὶ οἱ ἔγγιστά μου ἀπὸ μακρόθεν ἔστησαν·

13 καὶ ἐξεβιάζοντο οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου, καὶ οἱ ζητοῦντες τὰ κακά μοι ἐλάλησαν ματαιότητας, καὶ δολιότητας ὅλην τὴν ἡμέραν ἐμελέτησαν.

14 ἐγὼ δὲ ὡσεὶ κωφὸς οὐκ ἤκουον καὶ ὡσεὶ ἄλαλος οὐκ ἀνοίγων τὸ στόμα αὐτοῦ·

15 καὶ ἐγενόμην ὡσεὶ ἄνθρωπος οὐκ ἀκούων καὶ οὐκ ἔχων ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ ἐλεγμούς.

16 ὅτι ἐπὶ σοί, Κύριε, ἤλπισα· σὺ εἰκακούσῃ, Κύριε ὁ Θεός μου.

17 ὅτι εἶπα· μήποτε ἐπιχαρῶσί μοι οἱ ἐχθροί μου· καὶ ἐν τῷ σαλευθῆναι πόδας μου ἐπ᾿ ἐμὲ ἐμεγαλοῤῥημόνησαν.

18 ὅτι ἐγὼ εἰς μάστιγας ἕτοιμος, καὶ ἡ ἀλγηδών μου ἐνώπιόν μού ἐστι διαπαντός.

19 ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ ἀναγγελῶ καὶ μεριμνήσω ὑπὲρ τῆς ἁμαρτίας μου.

20 οἱ δὲ ἐχθροί μου ζῶσι καὶ κεκραταίωνται ὑπὲρ ἐμέ, καὶ ἐπληθύνθησαν οἱ μισοῦντές με ἀδίκως·

21 οἱ ἀνταποδιδόντες μοι κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν ἐνδιέβαλλόν με, ἐπεὶ κατεδίωκον ἀγαθωσύνην.

22 μὴ ἐγκαταλίπῃς με, Κύριε· ὁ Θεός μου, μὴ ἀποστῇς ἀπ᾿ ἐμοῦ·

23 πρόσχες εἰς τὴν βοήθειάν μου, Κύριε τῆς σωτηρίας μου.

Ερμηνείες Ψαλμού

α1 Καλό καί κακό.
α2 Γιά νά τιμωρηθοῦν ἀπό τόν Θεό οἱ ἄδικοι πού βλάπτουν τούς συνανθρώπους τους καί δέν μετανοοῦν.
β Ὅταν αἰσθάνεσαι τήν ἀπειλή τοῦ Κυρίου λόγω τῶν ἁμαρτιῶν σου.
γ Ὅταν πονᾶνε οἱ σιαγόνες ἀπό σάπια δόντια.
στ Προσευχή σέ περίοδο ἐπώδυνης σωματικῆς ἀρρώστειας.
η “Εἶναι Ψ. μετανοίας. Διαγράφονται τά στάδια τῆς πορείας τοῦ μετανοοῦντος. τό δράμα τῆς ἁμαρτίας, οἱ σπαραγμοί τοῦ πόνου, αἱ ἀλλοιώσεις, αἱ μεταβολαί, αἱ μεταπτώσεις, αἱ διακυμάνσεις τῆς ζωῆς, ἕως
ὅτου ἀναστηθῇ ὁ Βασιλεύς τῆς δόξης ἐν τῆ καρδίᾳ”. θ “Ἐν καταστάσει μετανοίας περί πραχθεισῶν ἁμαρτιῶν”.

Μετάφραση – Ερμηνεία

1 –
1 Ψαλμός του Δαβίδ· αναμνηστικός.

2 Κυριε, μη με ελέγξης και μη, επάνω εις την δικαίαν οργήν σου, με τιμωρήσης δια τας πράξεις μου. Μη χρησιμοποίησης την παιδαγωγικήν σου ράβδον οργισμένος εναντίον μου.
2 Κύριε, μη μ’ επιπλήξεις πάνω στην οργή σου· και πάνω στο θυμό σου μη με τιμωρήσεις.

3 Διότι τα βέλη των πόνων και των τιμωριών έχουν εμμηχθή μέσα στο σώμα μου και βαρύ έχεις αφήσει να πέση επάνω μου το παντοδύναμο χέρι σου.
3 Γιατί με διαπέρασαν τα βέλη σου· και με πιέζει η δύναμή σου.

4 Δεν υπάρχει κανένα μέλος του σώματός μου υγιές, εξ αιτίας της δικαίας οργής σου εναντίον μου. Δεν υπάρχει γαλήνη και ανάπαυσις εις τα κόκκαλά μου εξ αιτίας των δύο μεγάλων αμαρτιών μου.
4 Δεν έχει υγεία το κορμί μου, γιατί οργίστηκες· πονούν τα κόκαλά μου όλα, γιατί αμάρτησα.

5 Διότι αι αμαρτίαι μου αυταί είναι τόσον μεγάλαι, ώστε ωσάν πελώρια κύματα επλημμύρισαν επάνω από το κεφάλι μου και ως βαρύ φορτίον καταθλίβουν και καταπιέζουν την ψυχήν μου.
5 Οι ανομίες μου σωρεύτηκαν ψηλότερα απ’ το κεφάλι μου· καθώς φορτίο βαρύ με καταπιέζουν.

6 Τα εξ αιτίας της αφροσύνης μου τραύματα των αμαρτιών μου εβρώμισαν και εσάπησαν.
6 Βρώμισαν και σαπίσαν οι πληγές μου, απ’ την ανοησία μου.

7 Εχω ταλαιπωρηθή και καταβληθή. Ελύγισαν τα γόνατά μου, εκυρτώθην τελείως. Ολην την ημέραν σύρω μετά δυσκολίας τα βήματά μου, σκυθρωπός και λυπημένος.
7 Ταλαιπωρήθηκα, κυρτώθηκα εντελώς· θλιμμένος περπατώ όλη τη μέρα.

8 Διότι οι νεφροί μου, το κέντρον αυτό των επιθυμιών, εγέμισαν από έλκη και πόνους, τα οποία προκαλούν την αηδίαν και περιφρόνησιν. Δεν υπάρχει μέρος υγιές εις την σάρκα μου.
8 Τα σπλάχνα μου είναι γεμάτα φλόγωση· και δεν υπάρχει υγεία στο κορμί μου.

9 Εκακοπάθησα και εταλαιπωρήθην και εξηυτελίσθην πάρα πολύ. Βαθείς και συνεχείς αναστεναγμοί βγαίνουν από την οδυνωμένην καρδίαν μου, ωσάν βρυχηθμοί λέοντος πληγωμένου.
9 Φθάρηκα και τσακίστηκα ολότελα· κραυγάζω από τον πόνο της καρδιάς μου.

10 Κυριε, ολοφάνερη εμπρός σου είναι η επιθυμία μου, η επιθυμία της σωτηρίας. Ο δε κατάπικρος στεναγμός της καρδίας μου δεν είναι άγνωστος και κρυμμένος από σέ.
10 Κύριε, εσύ γνωρίζεις όλη τη λαχτάρα μου, κι ο στεναγμός μου δε σου είναι κρυφός.

11 Η καρδία μου είναι ταραγμένη. Παλλει με ορμήν. Η ψυχική και η σωματική δύναμίς μου με εγκατέλιπε και το φως των οφθαλμών μου και αυτό σβήνει πλέον· το έχασα, δεν το έχω πλέον.
11 Χτυπάει η καρδιά μου ανάστατη, μ’ άφησε η δύναμή μου· ως και το φως ακόμα των ματιών μου το ‘χασα κι αυτό.

12 Οι φίλοι μου και όλοι οι γνωστοί μου με επλησίασαν, αλλά εσταμάτησαν εις απόστασιν, και οι πλησιέστεροι από τους συγγενείς μου εστάθησαν πολύ μακράν. Κανείς δεν προθυμοποιείται να με βοηθήση.
12 Φίλοι και γνώριμοι δεν μου συμπαραστάθηκαν στα βάσανά μου· κι οι πιο δικοί μου με κρατάνε σε απόσταση.

13 Μέσα στον πόνον μου και την εγκατάλειψίν μου αυτήν οι εχθροί μου φέρονται απέναντί μου με βιαιότητα και σκληρότητα. Εκείνοι οι οποίοι επιζητούν τον θάνατόν μου, εκείνοι που θέλουν και ευφραίνονται εις την δυστυχίαν μου, ελάλησαν λόγους συκοφαντικούς και ολεθρίους εναντίον μου. Χαιρεκακούν δια την κατάστασίν μου. Συγχρόνως δε καταστρώνουν δόλια σχέδια και στήνουν παγίδας ολέθρου όλην την ημέραν, δια να με εξοντώσουν.
13 Αυτοί που τη ζωή μου επιβουλεύονται μου στήνουνε παγίδες· αυτοί που θέλουν να με βλάψουν πως θα με καταστρέψουν απειλούν κι απάτες σχεδιάζουν όλη μέρα.

14 Αλλά εγώ, ως εάν ήμην κωφός, δεν ήκουα όσα εκείνοι έλεγαν εναντίον μου. Ως εάν ήμουν βωβός και άλαλος, ωσάν να μη ημπορούσα να ανοίξω το στόμα μου, δεν απαντούσα καθόλου εις αυτούς.
14 Αλλά εγώ κάνω τον κουφό, πως δεν ακούω· και τον μουγγό, που να μιλήσει δεν μπορεί.

15 Και έγινα έτσι σαν άνθρωπος, που δεν ακούει καθόλου και που δεν έχει στο στόμα του δικαίας αντιρρήσεις και λόγους αποστομωτικούς εναντίον εκείνων, που τον κατηγορούν.
15 Είμαι σαν ένας άνθρωπος που δεν ακούει τίποτα· κι απόκριση στο στόμα του δεν έχει.

16 Δεν απαντώ στους εχθρούς μου, διότι εγώ εις σε έχω στηρίξει τας ελπίδας μου, Κυριε. Εχω πεποίθησιν ότι θα ακούσης ευμενώς την προσευχήν μου και θα σπεύσης εις την βοήθειάν μου.
16 Γιατί σ’ εσένα, Κύριε έλπισα· εσύ θα μου αποκριθείς, Κύριέ μου, Θεέ μου.

17 Δια τούτο και είπα από μέσα μου· Βοήθησέ μέ, Κυριε, και μη επιτρέψης να δοκιμάσουν μοχθηράν χαράν εις βάρος μου οι εχθροί μου, ούτε να κομπορρημονούν, εάν με βλέπουν να τρικλίζω κάτω από το βάρος της θλίψεως.
17 Είπα: «Ας μη χαρούν μ’ εμένα οι εχθροί μου κι ας μη καυχιούνται εναντίον μου όταν το πόδι μου γλιστράει».

18 Διότι εγώ είμαι πρόθυμος να υποστώ τας δικαίας τιμωρίας σου δια την αμαρτίαν μου. Ο δε φοβερός πόνος δια την πτώσιν μου είναι πάντοτε ενώπιόν μου, δεν παύει να διατρυπά την καρδίαν μου.
18 Εγώ είμαι έτοιμος να πέσω, κι ο πόνος μου παντοτινά είν’ υπαρκτός.

19 Συντετριμμένος από το βάρος της ενοχής μου θα εξομολογηθώ ενώπιον όλων την αμαρτίαν μου και θα καταβάλω κάθε προσπάθειαν να απαλλαγώ από αυτήν, και ουδέποτε πλέον να την επαναλάβω.
19 Την ανομία μου δημόσια την ομολογώ κι η αμαρτία μου στο άγχος με βυθίζει.

20 Οι εχθροί μου όμως ζουν, είναι υγιείς, κινούνται δραστηρίως, είναι ισχυρότεροί μου. Και αυτοί οι οποίοι με μισούν αδίκως, έχουν πληθυνθή.
20 Όλο ζωή και δύναμη οι εχθροί μου και πλήθος όσοι αναίτια με μισούν,

21 Αυτοί, οι οποίοι ανταποδίδουν εις εμέ κακόν αντί του καλού, που τους έκαμα, με συκοφαντούν, διότι εγώ θέλω πάντοτε το αγαθόν, το σύμφωνον με το θέλημά σου.
21 κι όσοι κακό αντί καλό μού ανταποδίνουν· μ’ εχθρεύονται που επιδιώκω το καλό.

22 Μη με εγκαταλίπης, Κυριε και Θεέ μου, μη απομακρύνεσαι από εμέ.
22 Μη μ’ εγκαταλείπεις, Κύριε· Θεέ μου, μη φεύγεις μακριά μου.

23 Σπεύσε, Κυριε, εις την βοήθειάν μου, συ που είσαι η μοναδική μου σωτηρία.
23 Έλα γοργά και βοήθησέ με, Κύριε και σωτήρα μου!

Εγγραφείτε για Ειδοποιήσεις!

Εγγραφείτε στη λίστα αλληλογραφίας μας για να λαμβάνετε τα τελευταία νέα και ενημερώσεις από την ομάδα μας

Επιτυχής Εγγραφή!

Pin It on Pinterest

Share This