ΨΑΛΜΟΣ 62 – Η ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΑ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΚΙ ΑΠ’ ΤΗ ΖΩΗ

Κάθισμα 8

1 Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν ἐν τῇ ἐρήμῳ τῆς Ἰουδαίας.

2 Ὁ Θεὸς ὁ Θεός μου, πρὸς σὲ ὀρθρίζω· ἐδίψησέ σε ἡ ψυχή μου, ποσαπλῶς σοι ἡ σάρξ μου ἐν γῇ ἐρήμῳ καὶ ἀβάτῳ καὶ ἀνύδρῳ.

3 οὕτως ἐν τῷ ἁγίῳ ὤφθην σοι τοῦ ἰδεῖν τὴν δύναμίν σου καὶ τὴν δόξαν σου.

4 ὅτι κρεῖσσον τὸ ἔλεός σου ὑπὲρ ζωάς· τὰ χείλη μου ἐπαινέσουσί σε.

5 οὕτως εὐλογήσω σε ἐν τῇ ζωῇ μου καὶ ἐν τῷ ὀνόματί σου ἀρῶ τὰς χεῖράς μου.

6 ὡς ἐκ στέατος καὶ πιότητος ἐμπλησθείη ἡ ψυχή μου, καὶ χείλη ἀγαλλιάσεως αἰνέσει τὸ στόμα μου.

7 εἰ ἐμνημόνευόν σου ἐπὶ τῆς στρωμνῆς μου, ἐν τοῖς ὄρθροις ἐμελέτων εἰς σέ·

8 ὅτι ἐγενήθης βοηθός μου, καὶ ἐν τῇ σκέπῃ τῶν πτερύγων σου ἀγαλλιάσομαι.

9 ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω σου, ἐμοῦ δὲ ἀντελάβετο ἡ δεξιά σου.

10 αὐτοὶ δὲ εἰς μάτην ἐζήτησαν τὴν ψυχήν μου, εἰσελεύσονται εἰς τὰ κατώτατα τῆς γῆς·

11 παραδοθήσονται εἰς χεῖρας ῥομφαίας, μερίδες ἀλωπέκων ἔσονται.

12 ὁ δὲ βασιλεὺς εὐφρανθήσεται ἐπὶ τῷ Θεῷ, ἐπαινεθήσεται πᾶς ὁ ὀμνύων ἐν αὐτῷ, ὅτι ἐνεφράγη στόμα λαλούντων ἄδικα.

Ερμηνείες Ψαλμού

α1 Ἕνας ψαλμός ἀγάπης καί ἐπανάστασης.
α2 Γιά νέους πού δέν βρίσκουν ἐργασία.
γ Γιά νά καρπίσουν τά χωράφια καί τά δένδρα, όταν στερούνται νερό.
ε “Ἁρμόζει δέ ὁ Ψ. οὗτος καί εἰς ἡμᾶς τούς Χριστιανούς, διά τί, ἐάν καί ἡμεῖς εὑρισκώμεθα εἰς τήν ἐρημίαν τῶν ἡδονικῶν τοῦ κόσμου πραγμάτων καί ἔχωμεν διάπυρον ἔρωτα πρός τόν Θεόν, βέβαια ἐξολοθρεύονται οἱ ὁρατοί καί ἀόρατοι ἐχθροί μας καί τίποτε νά μᾶς βλάψουν δέν ἠμποροῦν”.
στ Ἡ πρωϊνή προσευχή πρός τόν Κύριο.
η “Παρουσιάζει τόν θεῖον ἔρωτα καί τήν ἐναγώνιον ἀναζήτησιν τοῦ Θεοῦ ὑπό τῆς ψυχῆς, ἕως οὗ ἡ θέα τοῦ Θεοῦ καταστῇ πραγματικότης”.

Μετάφραση – Ερμηνεία

1 –
1 Ψαλμός του Δαβίδ, όταν ήταν στην έρημο του Ιούδα.

2 Θεέ μου, που είσαι ο Θεός μου, από πολύ πρωϊ, από τα χαράματα προσεύχομαι προς σέ. Σε διψά και σε ποθεί η ψυχή μου. Ποσες φορές και αυταί αι αισθήσστου σώματός μου, εις την έρημον αυτήν χώραν την δύσδατον και άνυδρον επόθησαν να ίδουν και να απολαύσουν τον άγιόν σου ναόν!
2 Θεέ, Θεός μου είσ’ εσύ, σ’ αναζητώ απ’ τα χαράματα· διψάει για σένα η ψυχή μου· η σάρκα μου σ’ αποζητάει σε μια έρημη, στεγνή κι άνυδρη γη.

3 Με την δίψαν αυτήν επαρουσιαζόμην σωματικώς και ψυχικώς άλλοτε στον ιερόν σου τόπον, δια να ίδω και σκεφθώ την δύναμίν σου και την δόξαν σου.
3 Στο ναό τον άγιο κοίταξα για σένα, τη δύναμή σου και τη δόξα σου να δω.

4 Σε επόθησα και σε ποθώ σφοδρώς, Κυριέ μου, διότι το έλεός σου είναι ανώτερον από χιλιάδας και χιλιάδας ζωάς. Τα χείλη μου θα σε υμνούν και θα σε δοξολογούν.
4 Επειδή είναι πιο καλή κι απ’ τη ζωή η ευσπλαχνία σου, τα χείλη μου θα σ’ ανυμνούν.

5 Με τον αυτόν τρόπον θα σε ευλογώ και θα σε δοξολογώ καθ’ όλον το διάστημα της ζωής μου και μόνον στο Ονομά σου θα υψώνω τας χείράς μου, και προς σε θα προσεύχωμαι.
5 Όλη μου τη ζωή θα σ’ ευλογώ και στ’ όνομά σου θα προσεύχομαι.

6 Με την χαράν και την ευφροσύνην της προσευχής θα χορταίνη και θα ευφραίνεται η ψυχή μου, όπως θα ηυφραίνετο το σώμα, όταν θα έτρωγε λιπαρά και νόστιμα φαγητά. Με χείλη πλημμυρισμένα από αγαλλίασιν θα σε υμνή τότε το στόμα μου.
6 Θα χορτάσει η ψυχή μου σαν από εκλεκτό συμπόσιο· και με χείλη χαρούμενα το στόμα μου θα υμνολογεί.

7 Οταν, καθώς πέφτω κατά την νύκτα στο στρώμα μου, σε ενθυμούμαι και κοιμώμαι με την παράστασιν του μεγαλείου σου, τότε πολύ πρωϊ θα εξυπνώ και θα μελετώ τα μεγαλεία σου και θα σε δοξολογώ.
7 Τη νύχτα στο κρεβάτι μου η σκέψη μου σ’ εσένα όλο γυρίζει και ψιθυρίζω προσευχές.

8 Διότι συ κατά το παρελθόν υπήρξες βοηθός και στο μέλλον θα δοκιμάζω αγαλλίασιν και χαράν ευρισκόμενος κάτω από την σκέπην των πτερύγων σου.
8 Γιατί μου στάθηκες βοηθός, στον ίσκιο απ’ τις φτερούγες σου ύμνους χαράς τονίζω.

9 Προσεκολλήθη πάντοτε η ψυχή μου προς σέ. Συ δε ήπλωσες την δεξιάν σου χείρα και με εστήριξες, με καθωδήγησες και με επροστάτευσες.
9 Μαζί σου δέθηκε η ζωή μου· και με στηρίζει το δυνατό σου χέρι.

10 Αυτοί δε οι εχθροί μου, οι οποίοι με πολεμούν, ματαίως προσεπάθησαν να αφαιρέσουν την ζωήν μου. Θα αποτύχουν στο έργον των, αλλά και οι ίδιοι θα φονευθούν και θα κατέλθουν στον άδην, εις τα βάθη της γης.
10 Μα εκείνοι που ζητάνε να καταστρέψουν την ψυχή μου, θα μπουν στα έγκατα της γης.

11 Θα παραδοθούν εις σφαγήν ρομφαίας, τα σώματά των άταφα θα γίνουν τροφή δια τας αλώπεκας.
11 Στην εξουσία του ξίφους θα παραδοθούν· των τσακαλιών τροφή θα γίνουν.

12 Εγώ όμως ο βασιλεύς θα ευφρανθώ με την προστασίαν και την χαράν, την οποίαν ο Θεός μου δίδει. Και καθένας, ο οποίος ορκίζεται στον αληθινόν Θεόν, θα δοξασθή. Εξ αντιθέτου θα φραγή και θα κλείση το στόμα εκείνων, οι οποίοι λαλούν αδικίας και ψεύδη.
12 Κι ο βασιλιάς στο Θεό θα ‘βρει τη χαρά του· όποιος ορκίζεται στ’ όνομα του Θεού, μπορεί να χαίρεται γιατί των ψευδολόγων θα κλειστεί το στόμα.

Εγγραφείτε για Ειδοποιήσεις!

Εγγραφείτε στη λίστα αλληλογραφίας μας για να λαμβάνετε τα τελευταία νέα και ενημερώσεις από την ομάδα μας

Επιτυχής Εγγραφή!

Pin It on Pinterest

Share This